
Χρυσόθεμις//Chrysothemis
Θυμάμαι στην κηδεία της μητέρας, — μια βελούδινη μαύρη πεταλούδα
με στίγματα πορτοκαλιά, πέρασε ανάερη, ζυγιάστηκες στο φέρετρο· — α, εκείνη
η μυστική ελαφρότητα, — σήκωσε ολόκληρο το βάρος μας,
αλάφρωσαν τα πράγματα, αλαφρώσαμε. Τότε μονάχα
μπόρεσε να πετάξει και το φέρετρο· — κι ήταν βαρύ, φορτωμένο
λουλούδια και μαργαριτάρια· έξι δεκάδες άλογα το σέρναν,
κι αργούσε μέσα στο λιοπύρι. Ιδρώναν άλογα κι άνθρωποι. Μονομιάς κατάλαβα
πως όλα τα στολίδια είναι βαριά — και τ’ άνθη ακόμα. Η πεταλούδα,
μαύρη, σας λέω, με στίγματα πορτοκαλιά, πήρε στους ώμους της το φέρετρο κι εχάθη.
I remember during mother’s funeral, a velvety black
butterfly with orange stigmata flew effortlessly and
landed on the coffin: ah, that secret lightness, upheld
all our weight, everything felt light, we felt light. Then
and then alone the coffin flew away and it was heavy,
loaded with flowers and pearls; sixty horses pulled it
and it was very slow in the sweltering heat.
People and horses sweated. At that moment I knew
that all decorations even flowers are heavy.
The butterfly, black as I said with orange stigmata,
lifted the coffin on its shoulders and flew away.