
ΦΑΙΔΡΑ/PHAEDRA
(Απόσπασμα-Excerpt XL)
Όμορφος θάνατος. Η σιωπή που κοιτάει κι ακούει τη σιωπή. Διασκεδάζω για λίγο.
Παρατηρώ απαρατήρητη. Χαίρομαι τη δική μου απουσία.
Δε μου χρειάζεται πια προσωπίδα, μια και κανείς δε με βλέπει.
Ακινητώ μες στην ελευθερία μου να κινούμαι. Βλέπομαι μόνη
νεκρή πλάι στη θάλασσα, — ακριβώς πλάι στη θάλασσα. Ώσπου
υποψιάζομαι πως δεν είμαι νεκρή. Υποψιάζομαι το τέχνασμά μου. Ξέρω
πως ο βέβαιος θάνατος ούτε παρατηρεί ούτε κρίνει.
Ο τέλειος θάνατος, ο ήσυχος, ο ακραίος
είναι τυφλός, κουφός και μουγγός, όπως τ’ ολόλευκο. Το ξέρω.
Beautiful death; silence looks and hears the silence.
I enjoy this a little. I observe without being seen.
I enjoy my own absence, I don’t need a mask, since
no one sees me. I stop in my freedom and I move.
I see myself dead next to the sea, exactly next to
the sea. Until I suppose I’m not dead, I suspect
my own trick. I know the certainty of death neither
observes nor it judges. The perfect death, the serene,
the extreme is blind, deaf like the total white. I know it.