
Χρυσόθεμις//Chrysothemis
Κείνη τη μέρα οι υπηρέτριες μιλούσανε πιο δυνατά, χτυπούσαν τις πόρτες,
χτυπούσαν τα πόδια τους στο πάτωμα, στα σκαλοπάτια (αυτές οι τόσο αθόρυβες πριν λίγο),
χτυπούσαν στην κουζίνα τα μαχαιροπίρουνα, σπάσαν και κάτι ποτήρια.
Ένα όμορφο κίτρινο φόρεμα, που χτες ακόμη το φορούσε η μητέρα,
είχε απομείνει σωριασμένο σε μια πολυθρόνα, — εκεί συγκεντρωνόταν
όλο το φως κι η σιωπή. Και το βουρτσάκι των δοντιών της, καθώς μπήκα στο λουτήρα,
μεγάλωνε, μεγάλωνε, γέμιζε ακέριο τον καθρέφτη. Όπως περνούσα απ’ την πόρτα,
μου ξέγδαρε το γόνατο. Φοβήθηκα μη και μ’ αρπάξει απ’ το φουστάνι
και με κρατήσει κλεισμένη στο λουτρό, να βλέπω στη γωνιά το δίχτυ του αδελφού μας
που κυνηγούσε μικρός πεταλούδες.
Τότε
πλησίασα τον καθρέφτη και δοκίμασα, πρώτη φορά, να βάψω τα χείλη μου, μ’ εκείνο
το μυστικό και ιερό κοκκινάδι της μητέρας. Πάνω στα χείλη μου
απλώθηκε ένα ωραίο, μετανιωμένο λιόγερμα — μια λυπημένη κόκκινη λάμψη.
That day the servant girls spoke louder, they slammed
the doors, stomped their feet on the floor, the stairs,
the girls who were always quiet, hit the utensils in
the kitchen, they broke a few glasses.
A beautiful yellow dress that mother wore till yesterday
was thrown on an armchair; all the light and silence
was concentrated there; her toothbrush too, when I went
to the baths, I noticed it was big, very big, it occupied
all the mirror; it scratched my knee as I went by the door.
I was afraid it would grab me by my dress and keep me
in the bath forever, just to see my brother’s net which
he used to chase the butterflies.
Then I went close to the mirror and I tried to apply
lipstick on my lips for the first time, that secret red
lipstick of my mother. A beautiful, regretful sundown
was spread on my lips, a sad, reddish gleam.