
Η Ελένη/Helen
Κάποιες στιγμές, ω, ναι, ήταν ωραίοι — έτσι γυμνοί, παραδομένοι στον ύπνο,
εντελώς απροσποίητοι, αφημένοι, με τα μεγάλα, δυνατά σώματά τους
υγρά, μαλακωμένα, σαν θορυβώδη ποτάμια που κυλήσαν
από ψηλά βουνά σε γαλήνια πεδιάδα, ή σαν παιδιά εγκαταλειμμένα. Τότε
τους αγαπούσα πράγματι, σα να τους γέννησα εγώ. Παρατηρούσα τα μακριά ματόκλαδά τους
κι ήθελα να τους πάρω μέσα μου για να τους προφυλάξω, ή έτσι
να ζευγαρώσω μ’ ολόκληρο το σώμα τους. Κοιμόταν. Κι ο ύπνος σού επιβάλλει
το σεβασμό, γιατί ’ναι τόσο σπάνιος. Πάνε κι αυτά. Ξεχαστήκαν.
Sometimes they were oh yes beautiful – naked as that in
deep sleep
totally unresisting loosened up with their big strong
bodies
moistened and softened like the roaring rivers running down
from high mountains to serene plains or like abandoned
children At such times
I truly loved them as if I gave birth to them I observed their
long eyelashes
and I wanted to pull them back to me to protect them or
this way to couple with their whole bodies They slept And
sleep expects
your respect because it is so rare These too are gone Forgotten