Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II


Ψηλά πλατάνια, μυώδη σ΄ώματα δροσιάς.

Η σκιά δεν είναι για να κρύψει τίποτα.

Τολμηρό φως, τολμηρός ίσκιος,

άχρηστη τόλμη, ν’ αντιμετωπίσεις τί;

η απλότητα ανασαίνει στον αέρα.

Οι άνθρωποι κάθονται κάτω απ’ τα δέντρα,

τρώνε σε μικρά ξύλινα τραπέζια, κουβεντιάζουν,

δεν υποψιάζονται το μέγεθος που τους σκέπει, το μέγεθος

που ρυθμίζει τις αθώες χειρονομίες τους. Προς το βράδι

κάποιος τραγούδησε (ίσως μεθυσμένος). Τα πλατάνια

μετακινήθηκαν σε μια βουβή πομπή προς τον ορίζοντα.

Ο χώρος άδειασε. Και το γκαρσόνι με την άσπρη ποδιά του

φάνηκα μια στιγμή μακριά, μες στο κόκκινο λιόγερμα,

κρατώντας ιερατικά το δίσκο με τ’ άδεια ποτήρια.


Tall plane trees, muscly fresh bodies.

The shade isn’t to hide someone.

Brave light, brave shade

useless bravery, to face what?

Simplicity inhales the air.

People sit under the trees,

they eat on small wooden tables, they talk,

they don’t suspect the gigantic shape over them, the size

that regulates their innocent gestures. Towards evening

someone sang (perhaps drunk) the plane trees moved,

in a silent procession, to the direction of the horizon.

The space emptied and the server with the white apron,

at some moment, appeared far away in the reddish dusk

holding reverently the tray with the empty glasses.