Η Ελένη/Helen

Αυτή την πέτρα περιεργάζομαι τώρα, σε απέραντες ώρες, μέσα στη νύχτα —
μαύρη, χωρίς ανταύγειες — μεγαλώνει, μεγαλώνει, γεμίζει
μαύρα νερά, — τα νερά πλημμυρίζουν, ψηλώνουν· βουλιάζω,
όχι στον κάτω βυθό, σ’ έναν επάνω βυθό· από κει πάνω
διακρίνω χαμηλά την κάμαρά μου, εμένα, τη ντουλάπα, τις δούλες
να διαπληκτίζονται άφωνες· βλέπω τη μια ανεβασμένη
σ’ ένα σκαμνί να καθαρίζει το τζάμι απ’ τη φωτογραφία της Λήδας
με ύφος τραχύ, εκδικητικό· βλέπω το ξεσκονόπανο ν’ αφήνει
μιαν ουρά σκόνη από λεπτές φυσαλίδες πού ανεβαίνουν και σπάζουν
με σιωπηλό μουρμουρητό γύρω στους αστραγάλους μου ή στα γόνατά μου.

Now I examine this stone closely in the endless hours

            of the night –

black without any reflections – it grows it grows it fills up

black waters – the waters overflow rise I sink

not to the bottom but on an upper bottom and from there

I discern my room down below myself the closet the servant girls

arguing speechless I see one of them standing

on a stool and with a rough spiteful expression cleaning the glass

of Leda’s picture I see the dusting cloth leaving behind

a trail of dust made of delicate bubbles rising and bursting

with a silent murmur around my ankles or knees