Η Ελένη/Helen

Ένα άλλο βούλιαγμα τώρα, πιο βαθύ, πιο σκοτεινό, — από κει μέσα
ανεβαίνουν κάτι ήχοι πότε πότε, — όταν χτυπούσαν τα σφυριά στο ξύλο
καρφώνοντας μια νέα τριήρη στο μικρό ναυπηγείο· όταν περνούσε
ένα μεγάλο τέθριππο στον πέτρινο δρόμο, συνεχίζοντας τους χτύπους
απ’ το ρολόι της Μητρόπολης σε άλλη διάρκεια, σάμπως οι ώρες
να ’ταν πολύ πιο πολλές από δώδεκα και σάμπως τα άλογα
να γύριζαν μες στο ρολόι ώσπου κουράζονταν· ή, κάποια νύχτα,
που τραγουδούσαν κάτω απ’ τα παράθυρά μου δυο όμορφοι νέοι
ένα τραγούδι για μένα, χωρίς λόγια· — ο ένας ήταν μονόφθαλμος· ο άλλος
φορούσε μια μεγάλη πόρπη στη ζώνη του — γυάλιζε στο φεγγάρι.

Now another deeper darker sinking – from which sometimes

some sounds surface – when hammers were pounding wood

nailing together a new trireme in the small shipyard when

          a huge

four-horse carriage passed by the stony road carrying on

          the ticking

of the cathedral clock in a different duration as if there

were a lot more than twelve hours and as if the horses

were running around inside the clock until they tired or one


when two handsome young men sang under my windows

a song for me without words – one of them had one eye

           the other

wore a large buckle on his belt – shining in the moonlight