Η Ελένη/Helen

Δεν ξέρω γιατί μένουν δω μέσα οι νεκροί, χωρίς τη συμπάθεια κανενός· δεν ξέρω τί θέλουν
και τριγυρνούν στις κάμαρες με τα καλά τους ρούχα, τα καλά τους παπούτσια
βερνικωμένα, αρυτίδωτα, κι αθόρυβα ωστόσο σα να μην πατάνε κάτω.
Πιάνουν τον τόπο, ξαπλώνουν όπου τύχει, στις δυο κουνιστές πολυθρόνες,
χάμου στο πάτωμα ή μέσα στο λουτρό· ξεχνούν τη βρύση να στάζει·
ξεχνούν τα μοσκοσάπουνα να λιώνουν στο νερό. Οι υπηρέτριες,
καθώς περνούν ανάμεσά τους, σκουπίζοντας με τη μεγάλη σκούπα,
δεν τους αντιλαμβάνονται. Μονάχα, κάποτε, το γέλιο μιας δούλας
μοιάζει σαν κάπως στενεμένο — δεν πετάει ψηλά, δεν φεύγει απ’ το παράθυρο,
όμοιο πουλί δεμένο απ’ το πόδι με σπάγγο, που κάποιος το τραβάει προς τα κάτω.

I don’t know why the dead stay in here without anybody’s

sympathy I don’t know what they want

going around the rooms in their good clothes their good


polished smooth and noiseless as if they don’t touch

           the floor

They take up space they lie down wherever they like in the

           two rocking chairs

down on the floor or in the bathroom they forget the water

dripping and they forget the scented soap melting in the water

The servant girls going among them sweeping with the

           big brooms

don’t notice them Only sometimes the laugh of a servant

seems somehow confined – it doesn’t fly up high out of

            the window

it looks like a bird tied by its leg with a string that someone

            pulls downward