Η Ελένη/Helen

Έτσι περίκλειστη, σφιγμένη, τεντωμένη —τί κούραση, θε μου,—
κάθε στιγμή σφιγμένη (και στον ύπνο ακόμη) σαν μέσα
σε μια παγερή πανοπλία ή σ’ έναν ξύλινο ολόσωμο κορσέ, σαν μέσα
σ’ έναν δικό μου Δούρειο Ίππο, απατηλό, στενό, ξέροντας κιόλας
το άσκοπο της απάτης και της αυταπάτης, το άσκοπο της φήμης,
το άσκοπο και το πρόσκαιρο της κάθε νίκης.
Πριν από λίγους μήνες,
με το χαμό του αντρός μου, (μήνες τάχα ή χρόνια;) παράτησα για πάντα
τον Δούρειο Ίππο μου, κάτω στο στάβλο, μαζί με τα γέρικα άλογά του,
να σεργιανάνε μέσα του οι αράχνες κι οι σκορπιοί. Δε βάφω πια τα μαλλιά μου.

Thus shut in confined stretched I was – Oh god how tiring –

every moment confined (even in my sleep) as if I was inside

a freezing armor or a wooden full-bodied corset or inside

my own Trojan Horse narrow deceptive already knowing

the futility of deceit and self-deception the aimlessness

of fame the aimlessness and transience of every victory

Just a few months ago

after my husband’s death (months or years ago?) I left my

          Trojan Horse

down in the stable forever with his old horses so that

the scorpions and spiders would roam around inside them

I don’t dye my hair anymore