Ξαφνικά είμαστε κιόλας ενήλικοι. Γρήγορα πέρασαν

τα ξέγνιαστα χρόνια, κλείσαν τα βιβλία, κι η παιδική

αγάπη αντικαταστήθηκε με τη λυπημένη σιωπή

που προχωρεί χωρίς προσανατολισμό. Οι οδηγοί βλαστήμισαν

την κίνηση και που `ναι ο θεός να βάλει κάποια τάξη;

     Μα δεν έχουν ακούσει τα καλά μας νέα;

     Πέθανε ο θεός φωνάξαμε στον άνεμο και στα φύλλα

της οξιάς κι εμένα πάντα μ’ άρεσαν οι πλανόδιες ορχήστρες

που από πόλη σε πόλη πήγαιναν και διασκέδαζαν τον κόσμο

με νοσταλγικά τραγούδια, για του Παράδεισου τη μισέρια

την ώρα που εμείς στη γη τη βρίσκαμε με μαρμελάδα

και με λουκουμάδες. Ωστόσο κάτι πολύ σοβαρό

μας κρατούσε σιωπηλούς που η πεταλούδα πέταγε πάνω

απ’ την ντάλια. Σκέφτηκες άραγε ποτέ τι θα γινόταν

με μια μουγγή έρωτα αν έκανες και στη στιγμή

του οργασμού ξεφώνιζες ‘βοήθεια;’

~Μου αρέσουν όλοι όσοι δεν αναζητούν πίσω από κάθε άστρο

  την αιτία για μια θυσία, μια αιτία για να καταστραφούν.


Suddenly we had grown into adulthood. Quickly

the carefree years passed, books closed, puppy love

replaced by somber, directionless silence; drivers

cursed the traffic jams and where was God to put

some order to all this? But haven’t they heard

the good news? God was dead. We yelled it to

the wind and to the aspen leaves and we always

believed in the travelling bands that went from city

to city and entertained people with old nostalgic songs

talking of misery and people being just outside heaven,

while here on earth they thrive on jelly and glazed

donuts. Yet something sinister kept us silent when

the monarch butterfly flew over the dahlia. Have

you ever thought of what might happen if you made

love to a deaf woman and at the time of climax

you screamed for help?

I like all those who don’t seek the reason for sacrifice

or the cause for their destruction behind each star.