YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume II


(Απόσπασμα-Excerpt XXIX)

Ω φόβος κι αναγάλλια του τέλους, — να τελειώναν όλα
κι εσύ κι εγώ κι η διαφορά μας. Τί ανόητα αισθήματα, θέ μου,
τόσο υπερτροφικά, — κι ούτε που μας αφήνουν
έναν ελάχιστο ελεύθερο χώρο δικό μας, να κάνουμε ένα βήμα
έστω και προς το θάνατό μας. Τί ηλίθια ιστορία, ξένη, ξένη.

Τί φταίμε, αλήθεια, για όλα τούτα; Ποιός τα θέλησε έτσι;
Όχι, πάντως, εμείς. Ανυπόφορες, θέ μου, κι οι νύχτες κι οι μέρες. Το πρωί,
μόλις ξυπνήσουμε (πιο κουρασμένοι απ’ όσο πριν απ’ τον ύπνο) η πρώτη κίνησή μας,
πριν ακόμη πλυθούμε, πριν πιούμε τον καφέ μας, ν’ απλώσουμε το χέρι
να πάρουμε απ’ το κομοδίνο το στεγνό μας προσωπείο
να το εφαρμόσουμε σαν ένοχοι στο πρόσωπό μας
άλλοτε με αλευρόκολλα ή ψαρόκολλα, άλλοτε
με τη γλοιώδη εκείνη κόλλα που κολλούν τα πετσιά οι τσαγκαράδες.

The fear and relief of the end — that everything

ends, you and I and our quarrel. What foolish emotions,

my god, so overfed that don’t even allow us an infinitesimal

space for ourselves, to take a step, even towards our death.

What a stupid story, strange, strange.

Is all this really our fault? Who wished all these?

Not us, surely. God, how unbearable are the nights

and the days. In the morning, soon as we wake up, (more

tired than before we went to sleep), our first movement,

before we wash our faces, before we have our coffee, we

extend our hand to take our mask from the night table, to

position it, as if guilty, on our face, sometimes glue it

using flour glue, or fishbone glue, other times with that

slimy material the shoemakers use to glue leather.