Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II


Πόλεμοι, επαναστάσεις, αντεπαναστάσεις (πόσες φορές ξανάγιναν τα ίδια), —
σωρός οι στάχτες στις πλατείες απ’ τις φωτιές που ανάβαν
για τις μεγάλες γιορτές ή τους νεκρούς — ίδια στάχτη·
κάποτε καίγανε κι αυτούς που λίγο πριν τους ονομάζαν ήρωες.
Τα φύλλα της δάφνης είχαν χάσει εντελώς το νόημά τους.

Έκλεινες τα μάτια σα να ’κλεινες μια πόρτα σ’ ένα ξένο σπίτι,
να μη δεις, να μη σκέφτεσαι. Δολοπλοκίες, δωροδοκίες, προδοσίες·
οι πιο εύκαμπτοι στη ραχοκοκαλιά στέκονταν πάντα ψηλότερα·
Θηβαίοι, Αργείοι, Κορίνθιοι, Σπαρτιάτες, Αθηναίοι —ποιοί διοικούσαν, στ’ αλήθεια;—
μια μυστική εξουσία σα να κινούσε από μακριά τα νήματα·
έβγαιναν προσωπιδοφόροι τα μεσάνυχτα με δυνατά κλεφτοφάναρα·
ένα πρόσωπο, που το ’ξερες, γινόταν άξαφνα μια άσπρη αστραπή ή ένας γδούπος·
οι άνθρωποι μες στο φόβο σα να ’σμιγαν πάλι.
Ένα απόγευμα,
ψηλά, από τη σοφίτα ενός φτωχού σπουδαστή, ακούστηκε φλάουτο. Οι γυναίκες
μαζεύτηκαν κάτω στο δρόμο, γονάτιζαν, κλαίγανε. Ο τρελός, ξεκούμπωτος,
χτυπούσε με μια πέτρα το στήθος του· «μάνα μου, μάνα μου», φώναζε·
«μάνα μου, να πεθάνω, να πεθάνω», φώναζε·
πέρασε ένα καμιόνι σκεπασμένο· όλοι σκορπίσανε· το φλάουτο σώπασε·
ο τρελός ούρησε καταμεσής του δρόμου. Οι άνθρωποι χωρίσανε πάλι
αγνώριστοι, σφιγμένοι, ξένοι.
Μα ήμουν νέα τότε,
τόσο νέα που δεν το ’ξερα καν. Ξεχνούσα εύκολα. Στο παράθυρο εκείνο
απόμεινε κρεμάμενο, αλαφροσαλεύοντας, δεμένο με σπάγγο,
ένα μικρό τριαντάφυλλο. Τόσο μόνο. Ξεράθηκε κι εκείνο.

Wars, revolutions contra-revolutions, (again and again)

piles of ashes in the squares, from fires put on

for each celebration or for the dead — the same ashes;

sometimes they put on the fire for the ones they had

called heroes. The laurel leaves had completely lost

                their meaning.

You would close your eyes as if closing the door of a stranger’s

house, that you wouldn’t see, you wouldn’t think. Conniving,

briberies, treason; the ones with the most flexible spine would

always stand higher; Thebeans, Argeans, Corinthians, Spartans,

Atheneans — who truly governed? As if a secret authority

was pulling the strings from up high; masked men walked

the streets at midnight carrying strong spotlights. The person

you once knew could become a lightning bolt of a thud.

It seemed that people joined together because of their fear.

One afternoon,

high up, flute music was heard from the small room

of the university student. Women gathered in the street below,

they kneeled, they cried. The neighborhood demented man

was hitting his unbuttoned chest with a rock, oh mother of mine,

oh mother, he cried, oh mother of mine, I want to die, to die,

he cried. A covered army truck passed; they all scattered.

Then flute turned silent. The demented man urinated in the street.

People went their separate ways again, unknown to each other,

alone, strangers. I was young back then I wasn’t aware of how young.

I was forgetful. A small rose was tied with a string, stirring,

hanging from that window; this much. It dried up too.