Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II


Τότε περίπου τυφλώθηκε ο πατέρας. Μονομιάς όλα γίνηκαν
κόκκινα, κατακόκκινα με πράσινες βούλες,
κόκκινα και τα πιάτα με μια τρύπα στη μέση. Λίγο αργότερα,
ακούστηκαν και πάλι σάλπιγγες. Οι άντρες τιναχτήκαν απ’ τον ύπνο τους,
ζώνονταν τα σπαθιά τους, πηδούσανε στ’ άλογα. Ένας ίσκιος πελώριος
απόμενε στο προαύλιο — ίσως να ’ταν απ’ τ’ ορθρινό φεγγάρι,
ίσως από το φτερωτό μαρμάρινο λιοντάρι του πανάρχαιου πύργου.

Οι θέσεις τους επάνω στα κρεβάτια μέναν για λίγο ζεστές. Μετά κρυώνανε.
Εκεί κουλουριαζόνταν οι γυναίκες και κλαίγαν. Η αδελφή μου
μέρα τη μέρα αδυνάτιζε· γινόταν πιο σκληρή· χλώμιαζε·
απόφευγε τον Αίμονα και μένα. Έβγαινε μόνη τ’ απογεύματα.
Ίσως να πήγαινε ώς τις πύλες των Θηβών, ίσως και να κουβέντιαζε
με κείνη τη λεοντόκορμη γυναίκα. Τα μάτια της σε κάρφωναν
με δυο παγωμένα ερωτήματα, κι ας μη σε κοιτούσε.
Φανερό πως περίμενε κάτι έκτακτο. Τις νύχτες δεν κοιμόμασταν.

About that time, father poked out his own eyes. In a flash

everything turned red, totally red with green dots, the plates

too with a hole in the middle. Shortly after

the horns were heard again. Men got stirred in their sleep;

they took their swords again, they jumped on the horses.

A huge shadow remained in the courtyard, perhaps because

of the rising moon, perhaps because of the winged marble

lion on top of the primeval castle.        

The side of the bed where they slept remained warm for a while.

Then, it turned cold. Women cuddled and cried in that spot.

My sister lost weight day after day; she became rough, pale;

she avoided me and Heamon; she went for a walk each afternoon;

perhaps she went up to the gates of Thebes, perhaps she talked

to that woman with the body of a lion. Her eyes would nail you

with her two questions, even when she wasn’t looking at you.

Obviously she was expecting the unexpected. We couldn’t sleep

during the nights.