Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II


Έξω απ’ τα τείχη πληθαίναν οι νεκροί. Ήμουνα πάντα περίεργη
για τους νεκρούς· — όχι προσπάθεια εξοικείωσης με το θάνατο
ούτε και συμφιλίωσης. Κάποτε ξέφευγα την επιτήρηση
της μητέρας και των παιδαγωγών· σκαρφάλωνα στο φρούριο· κοίταζα
μέσ’ απ’ τις πολεμίστρες· — κουβαλούσαν τους νεκρούς σε χειραμάξια, σε φορεία, σε σκάλες·
άλλοι απομέναν πλαγιασμένοι κάτω στην πεδιάδα, σε όμορφες στάσεις,
ήσυχοι, νέοι, ωραίοι, πλάι στα σκοτωμένα άλογά τους. Τους έβλεπα
χωρίς καθόλου θλίψη, — ωραίοι, σαν ταγμένοι στον έρωτα.
Ώσπου ήρθαν οι δικοί μας νεκροί· και μεμιάς μεγαλώσαμε.

Είδα την αδελφή μου στην αυλή τα χαράματα —σημαδεμένη απ’ τη μοίρα—
κατάχλωμη. Τα χέρια της, το φόρεμά της, τα μαλλιά της όλο χώματα.
Τ’ αγιάζι το πρωινό μάς περόνιαζε. Τρέμαμε. Η μέρα κατέβαινε
απέραντα άσπρη, διάτρητη με μαύρα κοράκια.

The dead multiplied outside the walls. I was always curious about

the dead; not an effort to familiarize myself with death nor to

befriend him. Sometimes I escaped the watchful eyes of my mother

and the governess. I climbed up the fortress, looked through

the embrasures; they were carrying the dead on oxcarts, on

stretchers, on ladders; others were left laid on the grass of the valley

in various stances, serene, young, handsome, next to their dead horses.

I’d look at them without any distress — handsome, as if dedicated

to Eros; until our dead arrived when we came of age at once.

I saw my sister, marked by fate, pale, in the courtyard, at dawn.

Her hands, her dress, her hair full of dirt. The morning air

froze us; we shivered; the day was descending upon us

immensely white, pierced by black crow’s marks.