YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III


Δε θέλω τίποτε απ’ αυτά —ποιό τ’ όφελος τάχα;— να μου λείπουν.
Σαν ψέματα μου φαίνονται οι παλιοί μου οι άθλοι. Τα έπαθλα όλα
που ήταν για μένα, τα σφετεριστήκαν οι άλλοι
με δόλιους κλήρους και δωροδοκίες· όταν εγώ, την ώρα που κρινόταν η ζωή των Ελλήνων
έριξα μες στην περικεφαλαία όχι νωπούς σβόλους χώμα
μα το μεγάλο, ευδιάκριτο, γαμήλιο δαχτυλίδι μου και βγήκα πρώτος
άντικρυ στον εχθρό σώμα με σώμα. Κι όταν πάλι
καιγόνταν τα καράβια κι ο καπνός κι οι φλόγες ανεβαίναν στα ουράνια
τόσο που νόμιζες πως καιγόταν η θάλασσα, τότε που ο Έκτορας
χιμούσε ακράτητος πάνω απ’ τους τάφρους, πάλι εγώ
του στάθηκα πρώτος μπροστά. Δεν τα θυμούνται τάχα οι Ατρείδες·
αυτοί μονάχα για τα λάφυρα και τα έπαθλα νοιάζονται. Λοιπόν, ας τα νέμονται
με πονηριές, μ’ απάτες και με φόβους — ώς πότε; Μια μέρα
κι εκείνοι θα σταθούν γυμνοί μπροστά στη νύχτα και στο μακρύ της δρόμο·
σε τίποτα δε θα τους χρησιμέψει πια η κλεμμένη ασπίδα, όσο ωραία και μεγάλη.

I don’t want any of these things; what’s the use? I can

be without them. All my past labors seem lies to me. The

awards I received others took with conniving schemes

and briberies; though I, when the fate of the Greeks was

at stake, put in my helmet not moist lumps of soil but

my big, distinct wedding ring and I first went out against

the enemies body against body. And when the ships were

aflame and the smoke and fires rose up to the sky, so much

so that you thought the sea was on fire, and when Hector

charged unstoppable over the moat, I, the first, again stood

in front. Don’t the Atreides remember these? Those who

cared only for the loot and awards. Let them amass them

with their conniving, and deceit, and scares, to what end?

One day they will also stand naked before the night with

its endless path; the stolen shield will be of no use to them,

despite of all its beauty and size.