Tasos Livaditis-Poems, Volume II

Night Visitor 1972

ΕΝΕΔΡΑ

      Βασίλευε ο ήλιος πίσω απ’ τους στρατώνες, οι ζητιάνοι ψάχνανε

για λίγο νερό, μα όλα τα λαγήνια ήταν  αναποδογυρισμένα στην

πόλη Κανά, οι γυναίκες φεύγανε κλαίγοντας μέσα στο κίτρινο

σούρουπο, εγώ, κυνηγημένος, μοίραζα πάνω στο λόφο το κρασί μου με

ληστές και ψευδομάρτυρες, ενώ ο σταυρός δάγκωνε κιόλας την

άκρη του παλτού μου.

      Ποιόν ν’ αγαπήσω; Σε ποιόν να εξομολογηθώ; Μονάχα ο Θεός

μπορεί να καυχηθεί ότι μ’ άκουσε να παραπονιέμαι, ήπια όλο το

βούρκο στον υπόνομο που μ’ έριξαν, τ’ άντερα μου έγιναν οι δρόμοι

που κυλάνε αμάξια θριάμβου, έβγαλα τα φτερά μου και τα κάρφω-

σα στη γριά, που τη θάβαν ολομόναχη μ’ ένα σπουργίτι στο γειτο-

νικό δέντρο, με μια παλιά κασετίνα γεμάτη στάχτη, θυμηθείτε με

όταν έρθει η ώρα.

     Εργόχειρα φυλακισμένων στέγνωναν στο τζάκι, ήταν φθινόπω-

ρο κι είχαν ερημώσει τα χωράφια, άκουγα το βήμα των καραγω-

γέων καταβροχθίζοντας τον κλεμμένο σανό.

      Τότε είδα το μεγάλο ικρίωμα, όπου έπρεπε ν’ανεβώ, άγνωστο

άν θα στεφθώ βασιλιάς ή θα κυλήσω στο καλάθι των αποκεφαλι-

σμένων.

Ambush

      The sun went down behind the army barracks,

beggars searched for some water however all the water

pitchers in Cana were inverted; women cried as they left

in the yellow dusk; I, haunted, shared my wine with

the robbers and pseudo martyrs on the hill while

the cross was already biting the edge of my coat.

       Who could I love? To whom should I confess? Only

God can say He heard me complaining, I drank all

the bog they threw at me, my dreams became

the paths onto which triumphant carts rode; I plucked

my own wings and gave them to the old, all alone

woman who was buried with the sparrow under

the neighbour’s tree, in an old pencil case full of ash;

remember of me, when time comes.

      Prisoners’ handiworks were drying by the fireplace.

It was autumn, the fields were deserted, I heard the steps

of informers who stole the hay. Then I noticed the great

gallows where I was to climb, unknown whether I was

to be crowned king or to roll down to the basket

of the beheaded.