Ο ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ

Το πλούσιο σπίτι είχε στην είσοδο

έναν καθρέπτη μέγιστο, πολύ παλαιό

τουλάχιστον προ ογδόντα ετών αγορασμένο.

Ένα εμορφότατο παιδί, υπάλληλος σε ράπτη

(τες Κυριακές, ερασιτέχνης αθλητής),

στέκονταν μ’ ένα δέμα. Το παρέδοσε

σε κάποιον του σπιτιού, κι αυτός το πήγε μέσα

να φέρει την απόδειξι. Ο υπάλληλος του ράπτη

έμεινε μόνος, και περίμενε.

Πλησίασε στον καθρέπτη και κυττάζονταν

κ’ έσιαζε την κραβάτα του. Μετά πέντε λεπτά

του φέραν την απόδειξι. Την πήρε κ’ έφυγε.

Μα ο παλαιός καθρέπτης που είχε δει και δει

κατά την ύπαρξί του την πολυετή

χιλιάδες πράγματα και πρόσωπα

μα ο παλαιός καθρέπτης τώρα χαίρονταν,

κ’ επαίρονταν που είχε δεχτεί επάνω του

την άρτιαν εμορφιά για μερικά λεπτά.

THE MIRROR BY THE ENTRANCE

The wealthy house had in its entry way

a huge, quite old mirror;

bought at least eighty years ago.

A very handsome young man, a tailor’s employee,

(on Sundays an amateur athlete)

stood there holding a parcel. He gave it

to a member of the household, who went inside

to get a receipt. The tailor’s employee

was left alone, and waited.

He went close to the mirror and had a look

at himself and he adjusted his tie. Five minutes later

they brought him the receipt. He took it and left.

But the old mirror that had seen and seen,

during its long years of life,

thousands of things and faces;

the old mirror rejoiced now,

and felt proud that it had received

that gorgeous beauty for a few minutes.