Poem by Tasos Livaditis

Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ   

      Συχνά τη νύχτα, χωρίς να το καταλάβω, έφτανα σε μια άλλη

πόλη, δεν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, που ονειρευόταν κάποτε να

γίνει μουσικός, και τώρα καθόταν μισόγυμνος μες στη βροχή — με

το σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στα γόνατά του ένα παλιό,

φανταστικό βιολί, “το ακούς;” μου λέει, “ναι, του λέω, πάντα το

άκουγα”,

     ενώ στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το

αληθινό ταξίδι.

THE MUSICIAN

      Often during the night, without noticing it, I’d arrive to another city

where there would be no other but an old man who dreamed that someday

he’d become a musician and now half naked he sat in the rain — on top

of his knees with his coat he had covered an old, imaginary violin,

“do you hear it?” he says to me “yes” I say to him “I have

always heard it”

     while at the far end of the road the statue narrated the true voyage

to the birds.