Moonlight Sonata

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν’ απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δύο ξανθές πλεξούδες
– 8, 16, 32, 64, –
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια κακή συνήθεια) 32, 64, –
κι οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σου ’λεγα 
για την πολυθρόνα –
ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα –
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση –  τι να πρωτοδιορθώσεις; –
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, – φοβήθηκα
τ’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κι εσύ κι όπως 
κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα δίχως να 
ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να’ρθω μαζί σου.

Now I fold them in four in eight in sixteen

to keep my fingers busy And now I remember

that’s how I kept the beat in music long ago at

Music School with a blue uniform and white collar with

two blond braids – eight sixteen thirty-two sixty-four

held by the hand of a small peach tree a friend of mine

full of light and rosy flowers

(forgive me for these words – bad habit) – 32 – 64 – and

my family had

so many hopes for my music talent So I was saying to you

about the armchair –

disemboweled – the rusted springs are visible the straw –

I thought of taking it to the furniture shop next door

but who has the time the money and desire – what can you

fix first? – I thought of throwing a sheet on it – but I was afraid

of the white sheet in this moonlight Here sat

people who dreamed great dreams like you and like me

and now they rest under the earth without being disturbed by

rain or moon

Let me come with you