ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ, ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ—

           ΣΤΟ 24ον ΕΤΟΣ ΤΟΥ

Όπως μπορείς πιά δούλεψε, μυαλό.—

Τόν φθείρει αυτόν μιά απόλαυσις μισή.

Είναι σέ μιά κατάστασι εκνευριστική.

Φιλεί τό πρόσωπο τό αγαπημένο κάθε μέρα,

τα χέρια του είναι πάνω στά πιό εξαίσια μέλη.

Ποτέ του δέν αγάπησε μέ τόσο μέγα

πάθος. Μά λείπει η ωραία πραγμάτωσις

τού έρωτος  λείπει η πραγμάτωσις

πού πρέπει νάναι κι απ’ τούς δυό μ’ έντασιν επιθυμητή.

(Δέν είν’ ομοίως δοσμένοι στήν ανώμαλη ηδονή κ’ οι δυό.

Μονάχ’ αυτόν κυρίεψε απολύτως).

Καί φθείρεται, καί νεύριασε εντελώς.

Εξ’ άλλου είναι κι άεργος  κι αυτό πολύ συντείνει

Κάτι μικρά χρηματικά ποσά

Μέ δυσκολία δανείζεται (σχεδόν

τά ζητιανεύει κάποτε) καί ψευτοσυντηρείται.

Φιλεί τά λατρεμένα χείλη  πάνω

στό εξαίσιο σώμα—πού όμως τώρα νοιώθει

πώς στέργει μόνον—ηδονίζεται.

Κ’ έπειτα πίνει καί καπνίζει  πίνει καί καπνίζει

καί σέρνεται στά καφενεία ολημερίς

σέρνει μέ ανία τής εμορφιάς του τό μαράζι—

Όπως μπορείς πιά δούλεψε, μυαλό.

A YOUNG MAN, ARTIST OF THE WORD—

IN HIS TWENTY-FOURTH YEAR

Mind, work as best you can.—

He is wasted by a one sided pleasure.

He is in a nerve-wracking situation.

He kisses the beloved face everyday,

his hands touch the most impeccable contours.

He never loved with such passion.

But the beautiful fulfillment of Eros

is missing; that consummation is missing

which both must desire with the same intensity. 

(They are not equally given to this sensual pleasure.

Only he is completely overcome.)

So he is wasted, and he is completely tense.

On the other hand he has no job; and this makes it worse.

He manages to borrow small sums of money (sometimes

he almost begs for it) and he barely gets by.

He kisses the beloved lips; takes pleasure still

with that exquisite body, but feels that it only consents.

And then he drinks and smokes; drinks and smokes;

and he drags himself to the cafes all day long,

drags in weariness the ache of that beauty.—

Mind, work do the best you can.