Tasos Livaditis-Poems, Volume II

Night Visitor 1972


     Τα παιδιά κοιμόντουσαν ωχρά, δαγκωμένα απ’ τα γαβγίσματα

του ταξιδιού, τα χωράφια ήταν ξέσκεπα και η μέρα τόσο γαλάζια,

ο οδοσρτωτήρας αγκομαχούσε τυραννισμένος απ’ τις μύγες, στις

άγρυπνες νύχτες μου μάρτυς μονάχα ο Θεός κι η πεθαμένη υπηρέ-

τρια, που ακούγοντας ένα περαστικό κουδούνι σηκώθηκε απ’ τον

τάφο της ν’ ανοίξει.

     Και είδα ότι είχα φτάσει σε ακτές ουράνιες, ναυαγισμένος μέσα

στα παπούτσια μου.

     Τώρα, κάθε φορά που θα δω μια σκάλα κάθομαι χάμω και

κλαίω, γιατί ξέρω πως δε θα ξαναβρεθώ—κι έραβα τις πληγές μου

για να μη χαθεί ο θησαυρός που μου εμπιστευθήκαν, για να γεν-

νήσω έναν ακόμα στεναγμό, για να με συγχωρέσει ο άνθρωπος που

ασέλγησε πάνω μου, μην ξέροντας πως αυτή είναι η δύναμη μου,

σαν τις μηλιές που ανθίζουν όταν ακούσουν το λάλημα του τρελού.

     Όταν τέλος αποφάσισα να παραδοθώ, έφερα μεγάλες αγκαλιές

άχυρο και σκέπασα τα ίχνη μου,

      γι’ αυτόν που ερχόταν πίσω.

The Next Person

Pale children were going to sleep, Kids bitten by the barks

of voyage, fields were uncovered and the day was light-blue;

the bulldozer, harassed by the flies, struggled during my

sleepless nights and, God my witness, the dead servant

girl who upon hearing the doorbell rose from her grave

          to open.

And I saw that I, a castaway in my shoes, had arrived to

          the heavenly shores.

Now, every time I see a stairway I sit down and cry, since

I know no one will ever find me; and I stitched my wounds

so the treasure they entrusted me with wouldn’t be lost, so

I could sigh again, so the man who committed an indecent act

against me would forgive me not knowing that that was my

strength like the apple trees that bloom when they hear

          the crazy man’s call.

When I finally decided to give myself up I brought big

bundles of hay and covered my footprints for the person

who was following me.