Ανέβαινα απ’ ώρα τη σκάλα, μου άνοιξε μια γριά με μια μαύρη

σκούφια, “εδώ έχουν πεθάνει πολλοί” μου λέει “γι αυτό ό,τι κι αν

πεις δεν ακούγεται”, τότε είδα κάποιον που σερνόταν κάτω απ’ τον

καναπέ, “τί ψάχνει;” ρώτησα, “ο Χριστός” μου λέει “θα `ρθει κι

άλλες φορές”, η γυναίκα έριχνε τα χαρτιά, τρόμαξα καθώς είδα το

χέρι της ν’ ανεβαίνει, “θα χάσεις πολλές φορές το δρόμο” μου λέει,

“μα πώς θα τον χάσω” της λέω “εγώ είμαι ανήπηρος και δεν περ-

πατάω, άλλος σέρνει το καροτσάκι”, “κι όμως θα τον χάσεις” μου

λέει, “είσαι μια πουτάνα” της λέω “να με ταράζεις άγιον άνθρωπο

—κι εσύ, αφού κανένας δε σε θέλει, γιατί κουνιέσαι;”, “δεν κουνιέ-

μαι εγώ” μου λέει “το καντήλι τρέμει”, την λυπήθηκα, “σε ξέρω”

τής λέω “δέν αποκλείεται, μάλιστα, να `χουμε ζήσει πολύν καιρό

μαζί”, η ώρα ήταν επτά ακριβώς, κοίταξα το ρολόι μου κι έδειχνε

κι εκείνο το ίδιο, “τώρα αρχίζει” σκέφτηκα με απόγνωση, κι η

γριά με συρτά βήματα πήγε και μαντάλωσε την πόρτα.


     I was going up the stairs for a while when an old woman with a black

 hood opened the door “everyone has died here” she says to me

“whatever you say nobody listens”; then I saw someone crawling

under the sofa “what is he looking for?” I asked “Christ” she says to me

“will come a few more times”; the woman started to read the cards

I was scared when I saw her hand pointing at me “you will lose

your way many a time” she says to me “how can I lose it” I say

“I’m crippled, I don’t walk, someone else pulls the cart”, “you will still

lose it”, “you are a whore” I say to her “and you disturb me, a holy man

—and you, if no one wants you why do you tease me?”, “I don’t tease

you, it’s the candle that flickers”; I felt sorry for her. “I know you”

I say to her “in fact it’s possible that we lived together long time ago”

the time was exactly seven o’clock; I looked at my watch and it showed

the same time “now she’ll start again” I thought in despair and

the old woman with slow steps went and locked the door.