Η Ελένη/Helen

Πέρασε πια ο καιρός των ανταγωνισμών· στερέψανε οι επιθυμίες·
ίσως μπορούμε τώρα να κοιτάξουμε μαζί το ίδιο σημείο της ματαιότητας
όπου, θαρρώ, πραγματοποιούνται οι μόνες σωστές συναντήσεις —έστω αδιάφορες,
μα πάντα πραϋντικές— η νέα κοινότητα μας, έρημη, ήσυχη, άδεια,
χωρίς μετακινήσεις κι αντιθέσεις, — ν’ αναδεύουμε μόνο τη στάχτη στο τζάκι,
φτιάχνοντας πότε πότε με τη στάχτη ψηλόλιγνες, ωραίες τεφροδόχες,
ή, καθισμένοι κατάχαμα, να χτυπάμε το χώμα με άηχες παλάμες.

The time of antagonism is gone the desires have dried up

perhaps now we can look together at the same point

of futility

where I think the true encounters get realized – however


but always soothing – our new community deserted quiet empty

without any displacement or oppositions – we just stir the ashes

in the fireplace

sometimes making out of ash long thin burial urns or

sitting on the ground we hit the soil with soundless palms