YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III


Δεν ήξερες ποιοί φτάναν και ποιοί φεύγαν — τί γινόταν. Άλλοι τρέχαν,
άλλοι κρυβόνταν, άλλοι κάτι γράφανε στο γόνατό τους, άλλοι αυτοκτονούσαν,
άλλοι εκτελούνταν τα χαράματα μπροστά στο γυμνό τοίχο του τουβλάδικου,
άλλοι συνεργάζονταν με τα δυο κουμπιά του γιλέκου τους ξεκούμπωτα ακόμη.

Παρατημένες αγελάδες σεργιανούσανε στην αγορά περίσκεπτες,
κοιτούσαν τα ρολόγια, τους καθρέφτες, τις βιτρίνες των καταστημάτων
σα να ’ταν ν’ αγοράσουνε καινούρια γούνα. Μια παλιά ζυγαριά
ήταν πεσμένη ανάσκελα στη μεγάλη αποθήκη. Την έστησαν πρόχειρα
κι άρχισαν πάλι να ζυγιάζουν τσουβάλια, βαρέλια, κασόνια,
καλάθια, ντενεκέδες, νταμιτζάνες. Άλλοι ζυγιάζαν τα μικρά παιδιά τους.
Κάποιος έφερε να ζυγιάσει ένα πουλί. Το πουλί πέταξε· βγήκε απ’ την πόρτα.
Εκείνος φώναξε: «Δεν έχει βάρος, δεν έχω βάρος, δεν έχουμε βάρος·
χανόμαστε· χαθήκαμε· χάσαμε το βάρος μας· πετάμε» —
κι άνοιγε διάπλατα τα χέρια του σα να ’ταν όντως να πετάξει.
Το γέλιο του ακουγόταν πέρα απ’ τα μεσάνυχτα, κοντά στο ποτάμι.

You wouldn’t know who was coming and who was leaving,

what was taking place; some people run, some hid, others

wrote something in a hurry, others took their own lives,

others were executed in front of the brick mason’s shop

at dawn, others got busy with the two buttons of their vest

that were still unbuttoned.

Thoughtful, abandoned cows saunter in the marketplace,

looked at the clocks, the mirrors, the store display windows

as if they wanted to buy a new fur coat. An old scale

was thrown upside-down in the big storage room. They

set it up quickly and started weighing sacks, barrels,

crates, baskets, tin cans, demijohns. Others weighted

their children. Someone wanted to weight a bird;

the bird flew out of the door . He screamed, it has

no weight, I have no weight, we have no weight,

we get lost, we’re lost, we lose our weight, we fly;

and he opened his arms as if he was indeed ready

to fly; his laughter was heard beyond midnight,

close to the river.