Ποιος ξέρει τί θα συμβεί αύριο, ή ποιος έμαθε ποτέ τί συνέβη χτές,

τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα, σε


αλλά καμιά φορά η φωνή μιας γυναίκας καθώς βραδιάζει μοιάζει

       με το αντίο μιας ηλικίας που τέλειωσε

κι οι μέρες που σου λείπουν, ώ Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν

       στον παράδεισο —

συλλογιέμαι τα μικρά ξενοδοχεία όπου σκόρπισα τους στεναγμούς

       της νιότης μου

ώσπου στο τέλος δεν ξεφεύγει κανείς, αλλά και να πάει πού;

κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο

      ένας τον άλλον —

Κύριε, αδίκησες τους ποιητές δίνοντάς τους μόνο έναν κόσμο,

κι όταν πεθάνω θα `θελα να με θάψουν σ’ ένα σωρό από φύλλα ημε-


για να πάρω και το χρόνο μαζί μου.

Κι ίσως ό,τι μένει από μας να `ναι στην άκρη του δρόμου μας

ένα μικρό μη με λησμόνει.


Who knows what will happen tomorrow or who learned of what

          happened yesterday?

The years vanished here and there, in rooms, in trains, in dreams

but sometimes as evening comes the voice of a woman resembles

          the goodbye of an age that passed

and the days missing from February perhaps will be given to us

          in heaven.

I think of the small hotels where I spent the sighs of

          my youth

until at the end no one escaped; but then where could we had gone?

And Eros is our craziness before the unfeasible that we get to know

         each other;

Lord, you cheated the poets when you gave them only one world

and when I die I would like to be buried on a pile of calendar


to take time along with me.

And perhaps whatever of us remains let it be a little forget me not

by the side of the road.