YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III


Φώναξα τότε τη μεγάλη αδελφή μου. «Κοίτα, κοίτα», της είπα. Μετρούσα:
«δυο, τρεις, εφτά, δεκάξι, δεκαεννέα», τους ανεμόμυλους. Εκείνη
στράφηκε προς τα εκεί· δεν είδε τίποτε· γύρισε και με κοίταξε
κι αμέσως έφυγε οργισμένη. Εγώ λυπήθηκα σα να ’χα φταίξει.
Έσκυψα πάλι απ’ το παράθυρο. Τίποτε, αλήθεια. οι ανεμόμυλοι είχαν φύγει.

Εκείνο τον παλιό καιρό, μια μέρα, κάτω στον κήπο, —θυμάμαι—
η μουσική των τζιτζικιών, όπως απόψε περίπου, κατέβαινε απ’ τα πεύκα
μέσα στο θορυβώδες φως, το διακοπτόμενο κάποτε
απ’ την πνοή μιας αύρας. Και τότε τα φύλλα των ευκάλυπτων
αγγίζαν στιγμιαία τη σιωπή. Οι σκιές στο χώμα
γίνονταν χρυσογάλανες, σκοτεινές, επιμήκεις. Σε λίγο
έσβηναν πάλι τα πάντα. Όμως εκείνη η ελάχιστη σιωπή
απόμενε σαν μια μαβιά κηλίδα στον κατάφωτο αέρα. Θυμάμαι
τις ψάθινες πολυθρόνες του κήπου, ζεστές απ’ τον ήλιο, να στέκουν
εμπεριστατωμένες, θετικές, αξιόπιστες, στα τέσσερα πόδια τους. Αυτό μονάχα.

Then I called my older sister. Look, look, I said to her

while I was counting two, seven, sixteen, nineteen,

windmills. She turned towards there, didn’t see

anything; she looked at me angrily and walked away

hurriedly. I felt sorry, as if it was my fault; I went back

to the window again. Nothing, truly, the windmills had


One day, back then, when I was in the garden, I remember

the music of the cicadas was coming down from the pines

and into the noisy light, interrupted occasionally by a faint

breeze; and then the eucalyptus leaves touched the silence

momentarily. The shadows on the soil turned golden-blue,

dark, elongated. Soon everything was turned off again. Yet,

that imperceptible silence remained like a purple stigma in

the blazing air. I remember the rattan chairs of the garden,

warm from the sunshine, standing thorough, positive,

believable on their four legs; this only.