Ανεξαρτησία

     Φέρανε τη ζωή τους μέχρι εδώ σημάδι της

ανέκφραστης χαράς τους, πάντα μαζί τους αγκαλιά

κρατήσανε και τ’ όνειρό τους που λίγο πριν από

το θάνατο ελεύθερο αφήσαν, βαθειά στο χώμα δεν

το θάψαν, ενώ τα τέσσερα καρφιά του σιδερά πετάξαν

στα σκουπίδια και το κλαδί που κάνανε σταυρό για

το κορμί του στο δέντρο επιστρέψαν.

     Ήταν οι μέρες του άσπιλου φωτός πού έπεφτε

πάνω σ’ ευχές παρθενικές κι η σταύρωση αναβλήθηκε

μην τους ακούτε που γελούν είναι που καν δεν ξέρουν

πια να κλάψουν. Γεννήθηκαν κι η ώρα να πεθάνουν

έφτασε και δεν κατάλαβαν ποτέ ποιος ο σκοπός και ποιο

το νόημα.

~Μου αρέσουν εκείνοι που στέκονται πάνω από το

 ανοιχτό στόμα της Αβύσσου και μ’ έξαρση κραυγάζουν,

 δεν σε φοβούμαι.

Independence

They had all brought their lives to this point, sign of

their unexpressed joy undoubtable dreamy sweetness

yet now just before their end they wished to let go of

their lives: didn’t want to bury it with their cadaver so

they threw the four nails forged by the blacksmith and

the tree limb they used to make the cross they returned

to its source. They were the days of unblemished light

which fell upon wishes fresh and virginal, the crucifixion

was postponed but don’t worry for people’s laughter

they just can’t cry anymore. They’ve been born,

they’ve reached their end and they never learned neither

purpose nor meaning.

I like those who stand over the gaping mouth

of the Abyss and in exalted way cry out: I’m not

afraid.

https://www.amazon.com/dp/B0BGFRGLVH

Advertisement