Tasos Livaditis-Poems, Volume II

POEMS 1958-1964


Κι ο άντρας είπε: πεινώ. Κι η γυναίκα τούβαλε ψωμί στο


Κι ο άντρας απόφαγε. Κι η γυναίκα τον κοίταζε πάντα.

Κι η γυναίκα είπε: είσαι δυνατός, μα δε τρομάζω.

Κι ο άντρας είπε: είσαι όμορφη, κι όμως φοβάμαι.

Κι ο άντρας έδειξε το κρεββάτι τους. Κι η γυναίκα ανέβηκε,

        σαν έτοιμη για θυσία.

Κι ο άντρας είπε: διψώ. Κι εκείνη σήκωσε, σαν πληγή, το

        μαστό της.

Κι ο άντρας την άγγιξε. Κι η γυναίκα επληρώθη.

Κι η γυναίκα ακούμπησε ταπεινά το κεφάλι της στα πλευρά

        του. Και κείνος κοίταζε πέρα, πολύ μακριά.

Κι ο άντρας είπε: Θάθελα νάμαι θεός. Κι η γυναίκα είπε:

        θα γεννήσω σε λίγο.

Κι η γυναίκα αποκοιμήθηκε. Κι ο άντρας αποκοιμήθηκε.

Και μια μέρα καινούργια ξημέρωσε.

Eternal Dialogue

The man said: I’m hungry and the woman put bread

              on the table.

Man finished eating while the woman was looking

at him. The woman said: you’re strong, but I’m not

afraid. The man said: you’re pretty but I’m not

frightened. He showed her their bed. The woman

climbed on it as if ready to be sacrificed.

The man said: I’m thirsty and she raised her breast

           like a spring.

The man touched her. The woman was content.

She leaned her head humbly by his side. He stared

           far away.

The man said: I’d like to be God. The woman said:

           Soon I’ll give birth.

And the woman fell asleep. And the man fell asleep.

And a new day dawned.