Ποιό ’ναι το μπρος; ποιό το πίσω; Το φεγγάρι είχε ασβεστώσει το δρόμο·
έλαμπε ολάκερος ο δρόμος, κι εγώ φαινόμουν πελώριος· με βλέπαν
από παντού. Πώς να γυρίσω; Ακόμα κι η σκιά μου
μ’ είχε παρατημένον —είχε λιώσει στη λάμψη του ασβέστη—
εκτός αν ήταν αλάτι. Μεγάλα χταπόδια, ξερά, σταυρωμένα
επάνω σε καλάμια, κρεμόνταν στους τοίχους. Το σπαθί μου
πότε μεγάλωνε λαμποκοπώντας ασήκωτο, φωτίζοντάς με ακέριον
κι άλλοτε μίκραινε πολύ σα βγαλμένο, παιδιάστικο νύχι.
Κλείσε τις πόρτες, κλείσε τα παράθυρα, μαντάλωσε τη μάντρα.

Όλα τα σπίτια κλειδωμένα, — εμένα μ’ είχαν κλείσει απ’ όξω. Χάλκινοι χαλκάδες
γυαλίζανε στις πόρτες. Μεγάλα στεφάνια από βαρέλια
κυλούσαν απ’ τους λόφους· — με παγίδευαν. Το τεράστιο φεγγάρι κύκλους κύκλους
άνοιγε ξεροπήγαδα να πέσω μέσα. Δεν μπορούσα
μήτε να περπατήσω μήτε να σταθώ. Κι ακούγονταν τα βήματά μου
στο καλντερίμι ξένα, αγύριστα, προδοτικά, ώσπου κάτω στο λιμάνι
ακούστηκε να σέρνουν μια αλυσίδα, και σωπάσαν τα πάντα.

What’s forward? What backward? The moon has

whitewashed the roads which shone and I looked huge;

they saw me from every side. How could I walk back?

Even my shadow abandoned me; it had melted in the gleam

of the mirror, unless it was made of salt. Big, dry octopuses,

stretched on cane sticks, hanged off the walls. My sword

sometimes grew big and shone unbearably heavy and other

times it grew smaller like pulled out nail of a child. Close

the doors, shut the windows, seal the gate.    

They locked all the houses; they left me outside. Bronze

door handles shone. Big barrel rings rolled down the hills

trapping me. The immense moon opened circular wells

for me to fall in. I couldn’t walk nor stop. And you

could hear my steps, treasonous, non-returning, strange on

the cobblestone roads, until they were heard pulling

the chain down at the harbour and everything turned quiet.