YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III


Τότε μου κλείσαν όλα τα περάσματα· — σκοινιά λιωμένα, κρότοι μεταμφιεσμένοι·
επάνω στους καταυλισμούς είχαν σβήσει οι φωτιές· τριγύρω οι μάντρες
σπίθιζαν με μικρά τσιμπούκια πήλινα. Μεγάλες προσωπίδες
κρεμόντανε στον αέρα, — κι ήταν αυτοί, στις αυλές των γειτόνων,
αυτοί, με χαρτονένιες αποκριάτικες μουτσούνες, παρασταίνοντας
τα βόδια, τα γαϊδούρια, τ’ άλογα, τα πρόβατα, — δεν μπορούσανε πια να μου ξεφύγουν·
περπατούσαν στα τέσσερα κάνοντας τα τετράποδα — δε μουγκανίζαν·
μπουσουλούσαν στο χώμα σαν τεράστια βρέφη. Η σιωπή καμπυλωνόταν
επάνω μου σα γυάλινη καμπάνα, — φοβόμουν μην τη σπάσω.

Then, they closed all passages: melted ropes, disguised

thuds; they had put out the fires at the campsites; the fences,

around here, gleamed with their small clay pipes; huge

masks floated in the air, and it was them, in the neighbors’

yards, masqueraded as cows, donkeys, horses, sheep, who

couldn’t hide from me; they walked on all fours pretending

to be four-legged, they didn’t moo; they crawled on the ground

like huge babies. Silence curved in my body like a glass bell,

I was afraid that I might break it.