Poem by Dionysios Solomos

Η Ξανθούλα

Την είδα την Ξανθούλα,
την είδα ψες αργά,
που εμπήκε στη βαρκούλα
να πάει στην ξενιτιά.

Εφούσκωνε τ’ αέρι
λευκότατα πανιά,
ωσάν το περιστέρι
που απλώνει τα φτερά.
Εστέκονταν οι φίλοι

με λύπη, με χαρά,
κι αυτή με το μαντίλι
τους αποχαιρετά.
Και το χαιρετισμό της
εστάθηκα να ιδώ,

ώς που η πολλή μακρότης
μου το ’κρυψε και αυτό.
Σ’ ολίγο, σ’ ολιγάκι
δεν ήξερα να πω
αν έβλεπα πανάκι

ή του πελάγου αφρό·
και αφού πανί, μαντίλι
εχάθη στο νερό,
εδάκρυσαν οι φίλοι,
εδάκρυσα κι εγώ.

I saw the fair young girl
at evening yesterday 
embarking on a sailing ship
destined for a far-off, foreign land. 
The wind was blowing   
and the snow-white sails
filled like a dove
spreading its wings
Her friends stood round,
some cheerful, some forlorn,
while she bade them goodbye,
waving her handkerchief.
I also stood there on the pier
and gazed at her departing form 
until the growing distance
made sight impossible.
After a while I couldn’t say
whether I watched
the white sails 
or the waves’ froth
but once both sails and kerchief
vanished in the water
my friends shed tears 
and I wept too.