Poem by Tasos Livaditis


          Σκέφτομαι, κάποτε, σε μια ιδιαίτερη ώρα, να διηγηθώ όλες τις

λεπτομέρειες, πώς, λόγου χάρη, άρχισε αυτή η αθεράπευτη αρρώ-

στια στον απέναντι τοίχο ή για εκείνη τη γυναίκα στο πάρκο, που

ήταν ολόκληρη καρφωμένη πάνω στό παγκάκι, και λέω καρφωμένη

χωρίς ίχνος υπερβολής, τα καρφιά εξείχαν σαν μικρά κουμπιά πάνω

απ’ τα ρούχα της, ενώ η τσάντα με την ταυτότητά της κυλούσε

μες στο ρυάκι, για να μην ξέρουμε τίποτα γι αυτήν, κι όπως ανέ-

βηκα στη σοφίτα που μου `χαν παραχωρήσει για τη νύχτα, είδα

πως είχαν μετακομίσει, και δεν έμενε παρά λίγο άχυρο, επειδή

είχαν πάντα το φόβο του ξεπεσμού, κι ήταν στιγμές που όλοι περί-

μεναν το αναπόφευκτο, κι όταν νύχτωνε ήρεμα, ησύχαζαν, γιατί

εκείνοι δεν πηγαινοέρχονταν στο διάδρομο, να δούν ακριβώς πίσω

απ’ την πόρτα του βάθους.

         Γι’ αυτό κι εγώ κρατιέμαι παράμερα, με την ελπίδα να ξαναβρώ

εκείνη τη χαμένη ψυχή.


    Sometimes, on a special hour, I think of narrating all the details:

how for example this incurable disease started on the opposite wall

or about that woman in the park whose body was nailed on the bench

and I say this without exaggeration; the nails protruded from her cloths

like small buttons while her purse with her identity card floated down

the creek that we couldn’t find out anything about her and as I

went up to the loft they allotted to me for the night I discovered they

had moved and only hay was left behind because they always had

the fear of comedown and there were moments when everyone

anticipated the inescapable and when the night fell serenely they

quietened down because the others weren’t going back and forth

in the hallway to look behind the far end door.

     For this I’ve stayed on the sidelines hoping to rediscover that

lost soul.