YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III


Ας μη με θυμηθούνε. Τί πειράζει τάχα; Εμένανε μου φτάνει
αυτό που βρήκα, χάνοντας τα πάντα. Σε λίγο
θα βγω να πλυθώ στο ποτάμι, να πλύνω το σπαθί μου. Θα ’ταν όμορφο
να βαλσαμώναμε τούτα τα ζώα, —προπάντων τούτο το άσπρο κριάρι—
μα πώς να διατηρήσουμε την έκφρασή του; Μες στα μάτια του φέγγει
η πόρτα σμικρυμένη, το πρωινό, δυο φύλλα
και μια μικρή κουκκίδα λάμψη — ίσως και να ’ναι η κρήνη
όπου ποτίζονταν τ’ άλογα του Αχιλλέα. Πέταξέ τα από δω· — τί τα κρατάς ακόμα;
Κλείσε τις πόρτες, κλείσε τα παράθυρα, μαντάλωσε τη μάντρα.

Let them never remember of me. Why should I care?

For me enough is what I discovered while I lost

everything. In a while I’ll go to wash in the river,

to clean my sword. It would had been nice to stuff

these animals, especially this white ram, but how

can we retain its expression? The door appears small

in its eyes, the morning too, and two leaves with

a small shining dot, perhaps it is the fountain

where they brought Achilles’ horses to drink water.

Take them away from here, why you still keep them?

Close the doors, shut the windows, seal the gate.