ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΚΑΠΗΛΕΙΑ

Μέσα στά καπηλειά   καί τά χαμαιτυπεία

τής Βυρητού κυλιέμαι   Δέν ήθελα νά μένω

στήν Αλεξάνδρεια εγώ.   Μ’ άφισεν ο Ταμίδης

κ’ επήγε μέ τού Έπαρχου   τόν υιό γιά ν’ αποκτήσει

μιά έπαυλι στόν Νείλο,   ένα μέγαρον στήν πόλιν.

Δέν έκανε νά μένω   στήν Αλεξάνδρεια εγώ.—

Μέσα στά καπηλειά   καί τά χαμαιτυπεία

τής Βυρητού κυλιέμαι.   Μές σ’ ευτελή κραιπάλη

διάγω ποταπώς.   Τό μόνο πού μέ σώζει

σάν εμορφιά διαρκής   σάν άρωμα πού επάνω

στήν σάρκα μου έχει μείνει   είναι πού είχα δυό χρόνια

δικό μου τόν Ταμίδη,   τόν πιό εξαίσιο νέο

δικό μου όχι γιά σπίτι   η γιά έπαυλι στόν Νείλο.

IN THE POTHOUSES

In the pothouses    and the brothels

of Beirut I wallow.    I didn’t want

to remain in Alexandria.    Tamidis left me;

he went after the Eparch’s son   so he could get

a villa on the Nile,    a mansion in the city.

It wasn’t right for me    to stay in Alexandria.—

In the pothouses    and in the brothels

of Beirut I wallow.   In cheap debauchery

I live a cheap life.   The only thing saving me

like a constant beauty,   like a fragrance

lingering on my flesh,   is that for two years

Tamidis was mine,    the most superb young man,

mine, and not for any house   or for a villa on the Nile.