Tasos Livaditis-Poems, Volume II

Night Visitor 1972


      Η τελετή γινόταν στη μεγάλη σάλα, μόλις μ’ είχαν ξεκρεμάσει

απ’ το ηλιοβασίλεμα, με τύλιξαν μ’ ένα σεντόνι, μα οι πληγές

φάνηκαν στον τοίχο, το πλήθος συνωστίζονταν στις σκάλες, ζητού-

σε ν’ αναστηθώ, μα εγώ έπρεπε να μείνω αγνός από θαύματα, και

κρυβόμουν πίσω απ’ τα παλτά των ξένων στο διάδρομο, τρώγοντας

τα φύλλα από παλιά ημερολόγια,

     το ξημέρωμα ήταν ωχρό πίσω απ’ τις μπουκάλες, βγήκα στο

δρόμο και γονάτισα στον πρώτο περαστικό, «γιατί μου το’ κανες;» με

ρωτούσε ο θεός, «είναι καιρός της βασιλείας μου, Κύριε, πώς ν’

αρνηθώ;» και τότε ο Θεός μου `βαλε στο χέρι αυτό το κλειδί, έτσι

μπορώ τώρα ν’ ακούω ήρεμος το ανελέητο βήμα πίσω απ’ τον τοί-

χο, αθέατος μέσα σε όποια θεία εικόνα.

     Ήμουν τόσο μονάχος, που τα σκυλιά που με γαύγισαν στο δρόμο

ανέβαιναν τώρα μαζί μου στον ουρανό.


     The ceremony took place in the big hall; they

took me down from the sunset, they wrapped me

in a bed-sheet, but the wounds appeared on the wall;

people crowded the stairs, demanding that I get

resurrected; I had to remain clear of miracles, so

I hid in the hallway behind the visitors’ overcoats 

and I chewed the pages of old calendars;

     the daybreak looked pale behind the large bottles,

I went out to the street and I kneeled before the first

passerby, “why you did it?” God asked me, “It’s

the time for my Kingdom, Lord, how could I refuse?”

Then God placed this key in my hand and now I can

serenely hear the merciless footsteps behind the wall

as I am invisible in every holy icon.    

      I was so desolate that even the street dogs which

barked at me they now rise to the sky with me.