Στο βάθος το `ξερα πως μια μέρα θα προδοθώ μόνος μου, φρόντι-

ζα, λοιπόν, να στέκομαι πάντα στη σκιά, έτσι έγινα σιγά σιγά

δυσδιάκριτος, ώσπου ήρθε η θεϊκή αφάνεια που κάνει τους απόκλη-

ρους να μη χρειάζονται παλτό ή καπέλο, κι όταν τη θάψαμε, πλού-

σια προικισμένη απ’ τις τελευταίες της μέρες, ερχόταν συχνά κι

ας μην την έβλεπαν, γιατί μόνον οι ταπεινοί συναντούν στο δρόμο

τους νεκρούς, έχοντας τη χάρη ν’ αγνοούν τη ματαιότητα, κι όταν

μια νύχτα της άλλαζα τα σκεπάσματα, βρήκα το ρόδο, έξω απ’ τον

κόσμο, “μην κλαις” μου λέει “τώρα είμαι εγώ” μ’ εκείνη την πα-

ραπλανητική σιωπή των νεκρών, ώσπου οι μέρες κι οι νύχτες δεν

επαρκούσαν κι έπρεπε να γαληνέψω το σπίτι με το ανύπαρχτο, κι

όταν δεν είχα τίποτ’ άλλο να κάνω, όπως είμαι φίλεργος, ακολου-

θούσα το φράχτη του κήπου που χανόταν στο βάθος, σαν τις ιστο-

ρίες που δε ζήσαμε και ξαναγυρίζουν ανέγγιχτες στο Θεό.


     Bottom line, I knew it that one day I, alone, would betray myself

therefore I made sure to always stay in the shadow; that way slowly

I became indiscernible until it appeared: the god-sent oblivion

that makes all outcasts not in need of an overcoat or an hat and when

we buried her rich and graceful on her last days she would often come

back although no-one saw her because only the humble encounter

in the street the dead who know how to ignore futility and when one

night I changed her covers I found a rose out of this world “don’t cry”

she said to me “now I’m my true self” with that deceptive silence of

the dead until the days and nights weren’t enough and I had to adjust

the house to the inexistent and when I had nothing else to do as I am

industrious I followed the fence of the garden that vanished at

the far end like the stories we never experienced and now untold

they return to God.