Moonlight Sonata

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμμιάν ασπιρίνη,
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν’ ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο που κάνουν
οι σωλήνες του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ ετοιμάζω δυο ποιος να τον πιει τον άλλον; –
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο
τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με
με τα μαντίλια μου, τα στραβοπατημένα μου παπούτσια, τη
μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματα μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες – τι να τις κάνεις;
Άφησέ με να’ ρθω μαζί σου.

Often I run to the pharmacy across the street for aspirin

other times I feel lazy and I stay with my headache

and I hear inside the walls the hollow sound of water running

           through the pipes

or I boil a coffee and always absentminded

I forget and I prepare two – who is to drink the other? –

It is funny really and I leave it to cool on the ledge

or other times I drink the second cup looking outside the


at the green pharmacy light

like the green light of a silent train coming to take me

with my handkerchiefs my worn-out shoes my black purse

            my poems

without any suitcase – what can you do with them?

Let me come with you