YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume II


(Απόσπασμα-Excerpt XIΙ)

Δεν έχω πια πού να κρυφτώ. Κλείνω σφιχτά τα μάτια
και φέγγω ολόκληρη και βλέπομαι
στιλπνή, γλιστερή, αμετακίνητη.
Το σπίτι είναι σώμα·
είναι το σώμα σου, μαζί με το δικό μου. Κάνω να περπατήσω
και τα σεντόνια σέρνονται πίσω απ’ τα πόδια μου σαν ύστερα απ’ την πράξη· κάνω να βάλω
ένα ποτήρι, ένα πιάτο στο τραπέζι· — στα δάχτυλά μου
κρέμεται κείνη η γνώριμη αλυσίδα με το σταυρουλάκι σου (αυτή
που λένε ότι σου χάρισε η Θεά), αυτή
που κρεμόταν στο στήθος σου, που άχνιζε από τη σάρκα σου·

(ναι, εγώ σ’ την έχω κλέψει).

I don’t have where to hide anymore. I close my eyes tightly

and see myself gleaming from top to bottom and I see me

being smooth, slimy, motionless.

The house is a body; your body, together with mine; I try

to walk and the bed-sheets follow behind me as if after

lovemaking; I try to put a glass or a plate on the table — the chain

with your cross is hanging from my finger (the one they say

goddess gave you as a gift), the one hanging on your chest, the one

that was steaming from your flesh; yes, I took it from you.