Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II


Το βουνό, γαλάζιο απ’ την απόσταση του, κατεβαίνει ως τη


Δυο άλογα ξεκουράζονται στον ίσκιο της εκκλησίας.

Η μέρα είναι απέραντη, χάνεται μες στο φως της.

Όταν χτύπησες τα χέρια σου, πέντε πουλιά σηκώθηκαν απ’ τα


Κοίταξες τα πουλιά και ξέχασες γιατί χτύπησες τα χέρια σου.

Από απελπισία τάχα; Ή μήπως είταν

ένα μεμονωμένο χειροκρότημα για κείνο που δεν ήξερες;

Ύστερα, αναζητώντας τη συνέχεια, δεν ξαναχειρικρότησες.

Τόσο, λοιπόν, φυσικός είναι ο θάνατος;


The mountain, light-blue in its distance, rolls down

           to the sea;

two horses rest in the shade of the church building;

the endless day — vanishes in its light.

When you clapped your hands five birds flew away

          from the trees;

you looked at them and forgot why you clapped:

perhaps in despair? Or was it perhaps a lone

clap for what you didn’t know?

Then, looking for what was to follow, you didn’t clap

again. Therefore is death so natural?