YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III


Αποτραβήχτηκα εδώ πέρα. Είναι ήσυχα. Μήτε ο απόηχος δε φτάνει
απ’ τις γεννήσεις, τους γάμους, τους θανάτους. Κουράστηκα. Τα ίδια και τα ίδια —
άλλοι ανεβαίνουν, άλλοι κατεβαίνουν — ίδιοι οι πρώτοι κι οι δεύτεροι κι οι τρίτοι,
(κι οι πιο καλοί, σαν φτάσουνε στην εξουσία — ξέρετε). Ένας τοίχος
με σκουριασμένους γάντζους ώς επάνω ψηλά, μες στη νύχτα. Ποτέ μου
δεν κατάφερα να πιαστώ σ’ ένα γάντζο ν’ ανέβω — δεν προσπάθησα, βέβαια·
ξεχνιόμουνα κοιτάζοντας ένα άστρο διαλυμένο στο νερό σα μια σταγόνα λεμόνι
μέσα στο τσάι, — ξάνθαινε κάπως το σκοτάδι. Όλοι φοβόμασταν. Κι ίσως πιότερο εκείνοι.

I moved here, away from everything; it’s quiet here.

Not any news reaches here: births, weddings,

deaths. I’m tired. Always the same, some ascent,

others descend, they’re the same, the first ones

and the second and the third (and the best when

they govern, you know). A wall with rusty hooks

high up in the night. I never managed to get hold

of a hook so I could climb, I haven’t tried, of course.

I lost myself in a star that dissolved in the water like

a drop of lemon in the tea; darkness got a little blonde.

We were all afraid. They were afraid too.