YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III


Έτσι γίνεται πάντοτε. Δεν ξέρουμε πια πώς να φερθούμε,
πώς να μιλήσουμε, σε ποιόν, και τί να πούμε. Μένουμε μόνοι
με αφανείς δυσκολίες, σε αφανείς πολέμους, χωρίς νίκη ούτε ήττα,
με πλήθος αφανείς εχθρούς ή, μάλλον, εχθρότητες. Ωστόσο
και με πολλούς συμμάχους —αφανείς κι αυτούς— καθώς η σελήνη
του παλιού κήπου, καθώς το χρυσόψαρο ή ακόμη κι η γάτα.

Μιαν άλλη νύχτα, (έκανε ζέστη αφόρητη μες στην τραπεζαρία — καλοκαίρι·
ολάνοιχτα παράθυρα· τραβηγμένες κουρτίνες), η μητέρα
φαινόταν οργισμένη, το ίδιο κι ο πατέρας, κι η μεγάλη αδελφή μου·
μιλούσαν δυνατά — μεγάλωνε το στόμα τους γεμάτο σκοτάδι· πότε πότε
φωτίζονταν απ’ τις λυχνίες η γλώσσα τους σα να πασκίζαν
να καταπιούν μια γουλιά φως· δεν τα κατάφερναν· πνιγόνταν·
έπνιγε ο ένας τον άλλον. Τους κοιτούσα. Δεν ξεχώριζα λόγια.

It always happens like that. We don’t know how to behave

anymore, how to talk, to whom, and what to say. We stay

alone with unseen difficulties, in insignificant wars, with

no victory nor defeat, with many unseen enemies or better

enmities. Yet we’re left with many allies too, unseen as well,

like the moon of the old garden and the gold fish, even the cat.

Another night, it was unbearably hot in the dining room,

summertime, wide open windows, curtains pulled aside,

mother looked very upset, so were my father and my older

sister, they argued with loud voices their mouths grew

bigger and full of darkness; sometimes their tongues were

lighted by the oil lamp as if they tried to swallow a mouthful

of light; they couldn’t; they choked. They were choking

each other. I looked at them. I couldn’t understand what

they were saying.