Ο ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ πυρετός των δρόμων, οι μεγάλες απόπνοιες απ’

     τις πυρκαγιές,

και πάλι παλιές διηγήσεις, ενώ το ήρεμο αδράχτι των γυναικών

οδηγούσε μυστικά τις ώρες. Κανείς δε μας αναγνώρισε όταν γυρί-

      σαμε,

καθίσαμε κι εμείς μες στην ανωνυμία μας, σαν τον ξυλοκόπο

μες στη συγνώμη των δέντρων, ώσπου σιγα σιγά μας ξέχασαν,

δεν είχαμε ούτε όνομα, ούτε προσδοκία. Όπως τ’ αγάλματα είναι

      αθάνατα,

συντηρώντας μια θνητή μας ώρα.

THE ENDLESS fever of the roads, the strong smell emitted

       by conflagrations

and again the old stories, while the women’s serene spindle

secretly guided the hours. When we returned nobody

      recognized us

so we dwelt in our anonymity like the lumberjack

in the forgiveness of the trees until slowly they forgot us:

we had neither name nor expectation. Like the statues

     that are immortal while

they preserve our mortal hour.

https://www.amazon.com/dp/1926763564
Advertisement