ΟΙ ΜΕΡΕΣ είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν, όταν ήρθαν αυτοί που

      ξέρουν να περιμένουν

σαν την παρθενία, οι γυναίκες ταράχτηκαν κι έγειραν άξαφνα

όπως η υπομονή μες στον πολύν καιρό, εμείς ακουμπισμένοι στ’

     αμόνια

κοιτάζαμε την πόλη ερημωμένη, κι ά, τί φριχτές σκηνές από πα-

     νάρχαια γεγονότα,

κι όταν, στο γέρμα του ήλιου εκείνοι ξανάφυγαν και τα γαβγίσμα-

     τα των σκυλιών

όλο και πιο πολύ μεγάλωναν την απόσταση, δεν έμεινε

παρά το μοναχικό άστρο κι η μυρουδιά που είχε το άχυρο

στην παιδική ηλικία.

THE DAYS had become longer when the ones who know how

     to wait arrived

like virginity, women stirred and suddenly stooped,

like patience in the infinity of time and we bowed over

     the anvils and

we gazed the deserted city and yes the horrible images coming

     from ancient events

and when at sundown those people left and the barking

     of dogs

slowly made the distance longer only the lone star was left

and the odour of hay emitted from our childhood years.

https://www.amazon.com/dp/1926763564

Advertisement