Η Ελένη/Helen

Ένα γκαρσόνι έχει σφαλίσει μες στη φούχτα του μια μύγα — δεν την πιέζει·
ένας πελάτης τον φωνάζει· ξεχάστηκε· ξεσφίγγει τη φούχτα του· η μύγα
πετάει ψηλά, κάθεται στο ποτήρι. Ένα χαρτί κυλάει στο δρόμο
δισταχτικά, με πολλές παύσεις, χωρίς να επισύρει
την προσοχή κανενός, — κι αυτό του αρέσει. Μα πάλι, κάθε τόσο,
αφήνει ένα τρίξιμο ιδιαίτερο, που το διαψεύδει· σα να γυρεύει τώρα
κάποιον αδέκαστο μάρτυρα για τη σεμνή, μυστική του πορεία. Κι όλα τούτα
έχουν μια έρημη, ανεξήγητη ομορφιά κι ένα βαθύτατο πόνο
από δικές μας, ξένες κι άγνωστες, χειρονομίες — δεν έχουν;

A waiter has caught a fly in his palm – he doesn’t

             squeeze it

a customer calls him he forgets opens his palm

            the fly

flies away and sits on the glass A piece of paper rolls

down the street hesitantly with many interruptions without

attracting attention from anybody – and it likes this But then

every so often it makes a certain crackle opposing itself as if


for an unbiased witness for its humble secret route And

            all these things

have a desolate and inexplicable beauty and a deep pain

because of our own known and unknown gestures – don’t they?