Κανείς δε θα μάθει ποτέ με πόσες αγρύπνιες συντήρησα τη ζωή

μου, γιατί έπρεπε να προσέχω, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή απ’ την

καταχθόνια δύναμη, που κρατούσε αυτήν την αδιατάρακτη τάξη,

φυσικά, όπως ήμουν φιλάσθενος, τέτοιες προσπάθειες με κούραζαν,

προτιμούσα, λοιπόν, πλαγιασμένος να βλέπω κρυμμένο το μυστικό

που φθείρουμε ζώντας, και πώς θα επιστρέψουμε με άδεια χέρια

      και συχνά αναρωτιόμουν, πόσοι να υπάρχουν, αλήθεια, στο σπί-

τι, καμιά φορά, μάλιστα, μετρούσα τα γάντια τους για να το εξα-

κριβώσω, μα ήξερα πως ήταν κι οι άλλοι, που πονούσαν με γυμνά

χέρια, άλλοτε πάλι έρχονταν ξένοι που δεν ξανάφευγαν, κι ας μην

τους έβλεπα, έβλεπα, όμως τους αμαξάδες τους που γερνούσαν και

πέθαιναν έξω στο δρόμο,

       ώσπου βράδιαζε σιγά σιγά, κι ακουγόταν η άρπα, που ίσως,

βέβαια, και να μην ήταν άρπα, αλλά η αθάνατη αυτή θλίψη που

συνοδεύει τους θνητούς.


     No one will ever learn with how many nights in vigil I maintained

my life as I had to be careful at every moment in danger of the sinister

power that preserved this undisturbed order, of course, as I was prone

to sickness such efforts tired me, therefore I preferred to lay down and

watch after the hidden secret we wear out in our lives and how we’ll

return with empty hands

     and often I asked myself how many people really live in the house

in fact sometimes I counted their gloves to confirm it although I knew

there were the others who were in pain with empty hands; again at

other times foreigners would come never to leave again even if I

couldn’t see them however I saw their carriage men growing old and

dying out in the street

     until night slowly came and you could hear the harp that perhaps,

most certainly, wasn’t an harp but the immortal sorrow that escorts

the mortals.