Μερικές φορές η ερημιά γίνεται ανυπόφορη, παίρνεις τότε

      έναν αριθμό τηλεφώνου

έστω για ν’ ακούσεις μια φωνή, ζητάς ένα όνομα “λάθος” σου


όλα ήταν λάθος, κι οι δρόμοι που πήραμε και τα λόγια που είπαμε

και τα χέρια που κρατήσαμε…Παιδί κρυβόμουν πίσω απ’ τον κομό

      εκεί ήταν το άπειρο, αλλά δε χωρούσε παρά μόνο εμένα —

για υτό σας λέω μη ζητάμε περισσότερα κι αργότερα, άντρας πια

      καθόμουν πίσω απ’ τα τζάμια και κοίταζα τα φώτα της


έτσι γνώρισα το αναπότρεπτο των χωρισμών — τί θ’ απομείνει


τί θ’ απομείνει από τόσες προσδοκίες, τόσους στεναγμούς;

ένα όνομα και δυο χρονολογίες χαραγμένες στην πέτρα που ο καιρός

      θα τις σβύνει σιγά σιγά.

Όλοι φεύγουμε, χωρίς να μάθει τίποτα ο ένας για τον άλλο. Για-

      τί; Τί φταίει;

Ή μήπως όλα γίνονται για κάποιο λόγο μυστηριώδη: ένα άλυτο

      αίνιγμα ίσως, ή μια τιμωρία;

Αλλά τα βράδια τί όμορφα που μυρίζει η γη — Ώ ανθισμένη

      ματαιότητα του κόσμου.


Sometimes loneliness becomes unbearable then you call

        someone on the phone

just to hear a voice you ask for someone “wrong number”

       they answer

everything was wrong: the path we followed and the words

we said and the hands we shook; as a child I used to hide

       behind the chest; the space there was endless but only

       enough room for me;

for this I say to you don’t ask for more and later as a man

      I sat behind windows and looked at the lights of the city;

that way I got to know the inescapable of separations, what

       will remain then

what will remain of so many expectations, so many sighs?

A name and two dates incised in the rock will eventually

       be erased by time.

We all leave and one never gets to know the other. Why?

       What is the reason?

Or perhaps everything happens for a mysterious reason: an

       unsolved riddle or a punishment?

But the earth smells beautifully at night; oh, bloomed

      futility of the world.