YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III


Γυρίζοντας εδώ, παρατηρούσα τα ίχνη απ’ τις παλιές φωτιές στα γρασίδια —
κλαδιά καμένα, στάχτες, κάρβουνα, καπνιές· δίπλα πεσμένες οι μεγάλες σούβλες
απ’ τις θυσίες και τα υπαίθρια συμπόσια. Οι σωροί των μεγάλων κοκάλων
λευκάζανε στο χάραμα μ’ ένα λευκό ασημένιο
της μνήμης ή του αγέννητου — απέραντα πράο και με κάποια περηφάνια
απτόητη, ενός μακρινού μνημείου για τους απόντες — δηλαδή για μας τους ίδιους,
και τα χορτάρια ήταν κίτρινα ώς πέρα, παρότι πιο κάτω
η θάλασσα λαμποκοπούσε ανόητα ρόδινη, επιβάλλοντας πάλι
απ’ την αρχή μια κίνηση — την κίνησή της και την κίνησή μας.

Returning home I noticed the traces of old brush fires,

burnt branches, ashes, coals, smoke; Next to all this,

the big skewers from the sacrifices and outdoor

symposiums. Piles of big, whitish bones shone

in the morning dampness with a white silver trace

of memory or of the unborn — immensely meek and

with a sense of undaunted pride of a distant monument

of the departed — in other words for us while the grass

was yellow  up to the edge although further down

the sea shone foolishly rosy enforcing a movement

from the beginning; its movement and our movement.