Poem by Tasos Livaditis


Αλλά γιατί καμιά φορά στεκόμαστε στη μέση ενός άγνωστου δρό-

      μου ή μπροστά σ’ ένα παλιό σπίτι. Τί μας θυμίζουν; Ποιον


Κι άλλοτε κάτω από μια γέφυρα ή πίσω από μια κουρτίνα νιώθεις

      να ζεις πιο αληθινά —

πράγματα που θα τα εξοφλήσεις κάποτε με την ψυχή σου.

Ώσπου ένα πρωί ακουγόταν το πρώτο κελάηδημα στον κήπο.


Η μητέρα άλλαζε καπέλο, η νεαρή υπηρέτρια άνεβαινε στη σοφί-

     τα κι έκλαιγε κι ο παππούς ξεχνούσε να διαβάσει τη Βίβλο…

Τώρα κάθομαι στην παλιά κουνιστή πολυθρόνα που κάθησαν τρεις

       γενιές. Πού πήγαν τόσοι άνθρωποι;

Ολόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός ονείρου

μέσα σ’ ένα άλλο όνειρο. Κι η Άννα όταν γελούσε ήταν σα να

      σκόρπιζε γιασεμιά

φωτιζόταν για λίγο η νύχτα.

Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου.

Από τότε ξέρω πως δε θα πεθάνω ποτέ —

                                                             αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.        


But why sometimes we stand in the middle of an unknown road

       or before an old house? What do they remind us? Who do

       we search for?

Other times you feel that you truly live under a bridge

       or behind a curtain;

things that someday you’ll repay with your soul.

Until one morning the first bird chirp was heard in the garden.


Mother changed her hat; the young servant girl climbed up to the attic

       to cry and grandfather skipped his Bible reading.

Now I sit on the old rocking chair where three generations

       have sat. Where have all these people gone?

My whole life was but the memory of a dream within

       another dream. And when Anna laughed it was as if she spread

       jasmine flowers

and for a while the night glowed.

I remember when I was a child I wrote my first verse.

Since then I’ve known that I’ll never die,

                                                               but I’ll be dying every day.