YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III


Κι εκείνη η κούραση κι η αναβολή —γεμάτη ευγένεια—
να μην μπορείς να πάρεις τα λουλούδια να τα ρίξεις έξω απ’ το παράθυρο, στον κήπο,
να πλύνεις το ποτήρι· —γιατί τάχα;— Το σάπιο στεφάνι
θα ’μενε πάλι μυστικά μες στο ποτήρι, μες στο σπίτι, ολόγυρα στα μέτωπά μας —
κάτι βαθύ και τρομερό, που δεν του ’λειπε ωστόσο κάποια χάρη.

Προς τί, λοιπόν, η επέμβασή μας; Πολύ νωρίς διδάχτηκα
πως τίποτε κανένας δεν μπορεί να αποτρέψει. Τα βράδια
το ζεστό χνότο απ’ τους τοίχους των σπιτιών ξεχύνεται στο δρόμο·
η σκιά ενός πελώριου αλόγου ατμίζεται στο φεγγαρόφωτο. Αν τούτο δεν είναι
απάντηση σε τίποτε, θαρρώ πως δεν υπάρχει απάντηση.

And all this tiredness and postponement, full of courtesy, 

that you couldn’t take the flowers and throw them out of

the window to the garden, to wash the glass, perhaps because

the rotten crown would still be in the glass, in the house, all

around our foreheads, something heavy and horrible, though

it would had still retained some grace.

Then, why our intervention? Early in life I was taught that

no one can deter anything. Each evening the breath from

the walls of the house spread into the roads; the shadow

of a huge horse steamed in the moonlight. If this isn’t

an answer to the question I don’t know if one exists.